μαργαρῖτις λίθος Save Bailly 2024 μαργαρῖτις λίθος (ἡ) [ᾰῑτ] Androsth. (Ath. 93b), ou simpl. μαργαρῖτις, ίτιδος (ἡ) Isid. Char. (Ath. 93e) perle. Étym. cf. le préc.